ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ – Άρθρο της Σοφίας Τριανταφυλλοπούλου

0Shares
Print Friendly, PDF & Email

Γράφει η Σοφία Τριανταφυλλοπούλου
Association of european journalists
sofiarose1900@gmail.com

Μπρε, θυμάσαι τον κυρ Γιάννη τον Φαναρτζή και τη γυναίκα του την Γαρυφαλλιά;

Ο κυρ Γιάννης Φαναρτζής στα Βουρλά

-Πως να τους θυμάμαι καλέ; δεν είμαι και διακοσίων χρόνων! Από τη νενέ μου ήξερα ότι ήταν μαναβάκι στα Βουρλά, μάζευε σκόρδα και τα πουλούσε στις γειτονιές μέσα σε μία καλαθούνα. Το μαναβάκι λοιπόν αυτό, που δεν το ‘πιανε το μάτι σου, όταν άρχισε ο Μικρασιατικός Πόλεμος τα κατάφερε και κατατάχθηκε στον ελληνικό στρατό, ζώστηκε και τα φυσεκλίκια κι έγινε φόβος και τρόμος των Τούρκων.

-Και στην Καισαριανή πως έφτασαν;

-Κάτσε ντε, που βιάζεσαι, και θα σου πω όσα ξέρω. Μετά την Καταστροφή του ’22, μπήκαν σ΄ένα καράβι που τους έβγαλε στην Κρήτη, όμως κι εκεί δεν ησύχασαν. Όπου φτωχός κι η μοίρα του! Σε μια μεγάλη πλημμύρα  έχασαν για δεύτερη φορά όλο το βιός τους κι αποφάσισαν να έρθουν στην Καισαριανή. Εδώ κουτσά στραβά τα κατάφεραν.  Έκαναν δύο παιδιά, τον Βαγγέλη και τον Μιλτιάδη κι έπιασε δουλειά στον Δήμο ο Γιάννης, σκούπιζε τους δρόμους. Μετά πήρε και προαγωγή, αμέ! έγινε κλειδοκτράτορας! Κρατούσε το κλειδί κι άνοιγε τις δημόσιες βρύσες για να γεμίζουν τους τενεκέδες οι νοικοκυράδες. Εκεί να διείς! Αυτό Μαρίτσα μου το πρόλαβα και το θυμάμαι σαν να ‘ναι τώρα! Η μία πίσω από την άλλη με τα τενεκέδια τους και πολλές φορές βάνανε και πέτρες στη θέση τους για να κρατούν τη σειρά. Και να τα μαλλιοτραβήγματα και να οι τσακωμοί με τον κυρ Γιάννη στη μέση να προσπαθεί να τις χωρίσει και να τρώει κι αυτός κάμποσες ξυλιές!

-Κι ύστερα;

-Εεε κι εσύ! με μια ανάσα θες να στα πω όλα! Ύστερα πήρε σύνταξη μα δεν μπορούσε να κάτσει στο σπίτι, πήγαινε λοιπόν και φρόντιζε τα λουλούδια στην πλατεία…

-Ποια πλατεία;

-Την κεντρική σε λέω, όχι της Παναγίτσας, εκεί που είναι τώρα τα μεζεδοπωλεία. Τότε υπήρχαν μεγάλα παρτέρια γεμάτα λουλούδια και δένδρα. Όλη μέρα εκεί ήταν, σκάλιζε και πότιζε τα λουλούδια του Δήμου αμισθί.

-Για τον γιο του τον Μιλτιάδη πες μου, τι κάνει;

Το κουρείο «Ο Μίλτος» άνοιξε το 1953 και έκλεισε το 1998.

-Μπρε, λωλάθηκες! ο Μιλτιάδης έχει πεθάνει εδώ και έξι χρόνια (Θεός σχωρέσ’ την ψυχούλα του). Είχε κουρέψει κόσμο και κοσμάκη. Διπλωματούχος κουρέας κι αν τύχαινε σου ‘βγαζε και κανένα δόντι! στην αρχή κούρευε τους πελάτες του στην αυλή του σπιτιού, πάνω σε δυο τελάρα.

Ο Μιλτιάδης και η Σωτηρία

Το 1960 παντρεύτηκε μια Λαμιώτισσα που ήταν ίδια Αμαζόνα στη λεβεντιά, ξύπνια κοπέλα, τη Σωτηρία, που ήξευρε από κρασιά και στο υπόγειο του κουρείου φτιάχναν το κρασάκι τους -νέκταρ σου λέω- και το πουλούσαν.

Η είσοδος του υπογείου όπου ο Μιλτιάδης έφτιαχνε κρασί.

Κουρευόσουν, αρωματιζόσουν -γιατί στο μεταξύ ο Μιλτιάδης έφτιαξε κανονικό κουρείο στο μποστινό μέρος του σπιτιού, με τις κολώνιες του, τις πούδρες του, τις μπριγιαντίνες του κι όλα τα συμπράγκαλα που είχε ένα καθώς πρέπει κουρείο- έπαιρνες και τη ρετσίνα σου και γυρνούσες στο σπίτι σου άρχοντας!

-Εγώ θυμάμαι που πουλούσαν και χαρταετούς

-Καλά τα θυμάσαι. Μέρες πριν την Καθαρά Δευτέρα κατέβαινε η Σωτηρία στην Αθήνα, αγόραζε τα χρειαζούμενα, έβραζε την αλευρόκολλα κι έτσι βγάζανε το κατιτίς τους κι από εκεί. Πολυτεχνίτης ο Μιλτιάδης, βλέπεις το κλουβί που ‘χω στη γωνία;

-Ε, το βλέπω! Τι σχέση έχει με αυτά που λέμε;

-Έχει και παραέχει αλλά εσύ ξεκούτιανες! Δεν θυμάσαι που του Μιλτιάδη του άρεσε να φτιάχνει κλουβιά; Με καλαμάκια από σουβλάκια έφτιαχνε κάτι περίτεχνα κλουβιά, καλλιτεχνήματα! Και τα στόλιζε έξω από τα μαγαζί του και καμάρωνε.  Αυτό που βλέπεις στη γωνία είναι φτιαγμένο από τα χέρια του, μου το ‘φερε στο γάμο μου δώρο, για να κλείσω λέει τον γαμπρό μέσα. Ήταν και καλαμπουρτζής ο μακαρίτης!

Ο Μιλτιάδης Φαναρτζής στην είσοδο του κουρείου του.